μονόγαμος

μονόγαμος
ος, ο[ν]
1) моногамный, единобрачный (о животных и человеке); 2) не изменяющий супружескому долгу, верный (о супруге)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "μονόγαμος" в других словарях:

  • μονόγαμος — one who marries but once masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονόγαμος — η, ο (ΑΜ μονόγαμος, ον) αυτός που έχει παντρευτεί μία μόνο φορά ή αυτός που έχει παντρευτεί μία μόνο γυναίκα ή αυτή που έχει παντρευτεί έναν μόνο άντρα νεοελλ. 1. αυτός που τηρεί τη συζυγική πίστη και δεν επιζητεί εξωσυζυγικές σχέσεις 2. ζωολ.… …   Dictionary of Greek

  • μονογάμου — μονόγαμος one who marries but once masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογάμους — μονόγαμος one who marries but once masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογάμων — μονόγαμος one who marries but once masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογάμῳ — μονόγαμος one who marries but once masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονόγαμοι — μονόγαμος one who marries but once masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονόγαμον — μονόγαμος one who marries but once masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • UNIVIRIA — apud Treb. Pollionem in Tito, c. 32. Huius uxor Calphurnia quam Maiores nostri univiriam Sacerdotem inter sacratissimas feminas adorârunt, cuius statuam in templo Veneris adhuc videmus etc. in Glossis Isidori, Unicuba dicitur, unius viri uxor, ἡ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • monógamo — (Del gr. monos, uno + gamos, matrimonio.) ► adjetivo/ sustantivo masculino 1 SOCIOLOGÍA Que está casado con una sola mujer: ■ la ley sólo permite hombres monógamos. ANTÓNIMO polígamo ► adjetivo/ sustantivo 2 Que se ha casado una sola vez: ■ desde …   Enciclopedia Universal

  • γάμος — Θεσμός που αποβλέπει στη ρύθμιση των σχέσεων των δύο φύλων στα πλαίσια μιας κοινής συμβίωσης και στον καθορισμό της νομικο κοινωνικής θέσης των παιδιών που θα γεννηθούν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεννητόρων (υπηκοότητα, εθνικότητα,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»